https://kentimataxalkidas.blogspot.com/

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Οι καραβίδες του ποταμού.

 Το ποτάμι εχει τις πηγές του στα Βρυσιά Φαρσάλων,

Ενιπέα το λέμε.

Γεμάτο από νερό απλωμένο που ανάβλυζε μέσ' από τις πέτρες

καθώς ήταν στους πρόποδες του βουνού όταν κοιτούσες

έμοιαζε με ρηχή λιμνούλα,έδινε απλόχερα και χωρίς σταματημό

την δροσιά του στους ανθρώπους αλλά και στα ζώα,

το λέγαμε και το λέμε ακόμη, Γκιόλ'(Γκιόλι)

Η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης, μιας και στα τουρκικά γκιολ=λίμνη.
Αγελάδες,πρόβατα και άλογα έπαιρναν δύναμη απο αυτό.
Και αφού περίσσευε πολύ νερό,φιδογύριζε ρομαντικά
μέσα στον κάμπο λαχταρώντας να συναντήσει το ταίρι του.
Εύφορος ο κάμπος με το νερό να μεγαλώνει
και να μεστώνει τα σπαρτά και τα άλλα γεννήματα.
Δεξιά κι αριστερά του,καβάκια.ιτιές,και μοσχο ιτιές.
Πλατάνια και καρυδιές δεν έβλεπες.
Η λαύρα του Θεσσαλικού κάμπου μέσα στο κατακαλόκαιρο,
δεν ήταν για τέτοια δέντρα.
Το καλοκαίρι που η ζέστη έφτανε τους σαράντα βαθμούς,
το νερό λιγόστευε σιγά σιγά..και το ποτάμι,
λόγω της άρδευσης των βαμβακοχώραφων, σχεδόν άρχιζε να στερεύει.
Εδώ σ'αυτό το χωριό ζούσαν οι γονείς της αείμνηστης μητέρας μου,
εδώ γεννήθηκε κι αυτή πίσω απο μια θημωνιά...15 Αύγουστο..
εδώ ήρθα κι εγώ ακολουθώντας τους γονείς μου απο τα Γιάλτρα της Αιδηψού,σ
το πέτρινο σκολειό του έμαθα τα πρώτα μου γράμματα.
Εδώ ήταν η μισή καρδιά μου,
γιατί η άλλη μισή στην Εύβοια είναι...
Μικρό και περίεργο κοριτσάκι που πάντα ήθελε να μαθαίνει
ότι έβλεπε ήμουν η ουρά του ...παππού.
Τον ακολουθούσα κατά πόδας, πότε στον μπαχτσέ
(ήταν πολύ μερακλής σ'αυτά,ακόμη και βασιλικά και κατιφέδες φύτευε ανάμεσα στα ζαρζαβατικά),πότε στα χωράφια και πότε στο ποτάμι
Τότε λοιπόν κατακαλόκαιρο,ήταν η καλύτερη περίοδος
που ο παππούς με έπαιρνε μαζί του
για να μαζέψουμε καραβίδες.
Το ποτάμι ήταν γεμάτο με ραγάζια (ψαθιά),καλαμιές,κάρδαμα
και τόσα χορτάρια,που νερό δεν έβλεπες.
Ο παππούς αναποδογύριζε τα χόρτα και απο κάτω
ήταν γεμάτος καραβίδες ο βυθός.
Τα καβούρια δεν καταδεχόμασταν να τα πιάσουμε.
Όταν πρωτοπήγα 4χρονο κοριτσάκι,
μου δάγκωσε το δάχτυλο του ποδιού ένας κάβουρας.
Απο τότε δεν συμπαθώ τα καβούρια.
Ενα σακί καραβίδες φόρτωνε στον ώμο του ο καλός μου
και τραβούσαμε για το σπίτι.
Από'κεί και μετά αναλάμβανε η γιαγιά η Σταυρούλα να κάνει την διαλογή.
Οι μεγάλες καραβίδες για γεμιστές,οι μικρότερες για βραστές
με αλατάκι για να τραβάει και λίγο τσίπουρο για τους άντρες.
Τις γεμιστές καραβίδες τις μαγείρευε η μητέρα μου,με συνταγή της γιαγιάς.

Για την γέμιση:
Μπαγιάτικου ζυμωτού ψωμιού την ψίχα τριμμένη με τα δάχτυλα.
Κρεμμύδια ξερά ψιλοκομμένα
Καννελο γαρύφαλλα τριμμένα
Αλάτι
Ελαιόλαδο σπιτικό.
Τσιγάριζε στο τηγάνι αυτά τα υλικά και τα έβαζε στην άκρη...
Τραβούσε με προσοχή απο τις ζεματισμένες καραβίδες
τα μικρά τους μόνον ποδαράκια με την' κοιλιά'
και στο κενό αυτό έσμπρωχνε την γέμιση.
Γέμιζε το ταψί με καβουρντισμένες φέτες κρεμμυδιών,
τριμμένες φρέσκες τομάτες,αλατοπιπέρωνε
και έστρωνε επάνω τις καραβίδες στριμωχτά.
Τον φούρνο τον είχε ήδη έτοιμο ο παππούς,
καίγοντας μπάλες άχυρων από τα σιτάρια που αλωνίζαμε στα χωράφια.
Τι θεσπέσια λαχταριστή μυρωδιά απλώνονταν σ'όλη την γειτονιά.!!!
Όλοι καταλάβαιναν ότι ο παππούς μου ο νοικοκύρης ΄μας έφερε καραβίδες.
Πριν κενώσει (σερβίρει) η μητέρα μου ,
έβαζε σε μικρές μερίδες αρκετά πιάτα να τα πάω στην γειτονιά.
ΓΙΑ ΤΗΝ ''ΜΥΡΩΔΙΑ'' ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ.!!!!!!!!!!!!!!!!!!!.
φωτο απο:https://media.vrbo.com/lodging/35000000/34020000/34012300/34012226/29eef5e6.f10.jpg


Στη σπηλιά της λίμνης.

 -Ακολουθώντας το φιδογυριστό μονοπάτι μέσα στο δάσος,έφτασε στις όχθες της λίμνης.

Όμορφη όπως πάντα αρυτίδιαστη και δροσερή τον περίμενε...να έρθει στην υγρή αγκαλιά της.
Μεγάλη αγάπη και αδυναμία της είχε από μωρό.
Μπήκε στην βάρκα και έπιασε απαλά τα κουπιά.
Είχε μπροστά του χρόνο.
Λάμνοντας νωχελικά άρχισε να κυλάει πάνω στα πράσινα νερά.!

Η βάρκα του 'ήξερε' μόνη της τον υδάτινο δρόμο της.!
Πήγαινε πάντα απέναντι και δεξιά.

Στην μικρή προβλήτα που υπήρχε εδώ και δεκάδες χρόνια.

Την πρώτη φορά μόνο....μην νοιώθοντας πως να πιάσει τα κουπιά...ήταν αρκετά μακριά του από τα τοσοδούλικα χεράκια του..

(πόσες δεκαετίες έχουν περάσει από τότε δεν θυμάται)...''έφυγε''' με το ρεύμα σε άλλη διαδρομή και τον πήγε κάπου μακρι


ά...

και σταμάτησε ακουμπώντας στα ρηχά σε έναν κορμό ενός τεράστιου δέντρου που είχε γύρει να κοιμηθεί στην όχθη.
Κατέβηκε όλο περιέργεια...μικρό παιδί και ανυποψίαστο στο άγνωστο και τον φόβο.

Μέσα στις φτέρες είδε κάτι να κουνιέται..έτρεξε προς τα 'κει σκοντάφτοντας στα λιθάρια της όχθης.
Ωωωω...τι μακρυά μαλλιά που είχε αυτός που τον κοιτούσε.!!!!
Βάλθηκε να τον ακολουθεί καθώς είδε ότι έφευγε μέσα στο δάσος...πόσο πολύς ήταν αυτός ο δρόμος.!!!!

Δεν ξεχώριζε τίποτα πια μέσα στην οργιαστική βλάστηση...ακολουθούσε σαν υπνωτισμένος .
Ο άλλος που και που κοιτούσε πίσω του και κοντοστεκόταν.
Κάποια στιγμή που άλλο δεν άντεχε ...είδε την σπηλιά.
Στα μάτια του φάνηκε τεράστια και μυστηριώδης.

Τα κλαδιά από τις οξιές από πάνω και οι θάμνοι και οι κληματσίδες κάτω,την έκρυβαν πολύ καλά.......

Αυτός με τα μαλλιά μπήκε μέσα ,γρήγορα και εύκολα.
Ο μικρούλης προσπάθησε να μπει με τον

ίδιο τρόπο αλλά μπερδεύτηκε στις κληματσίδες.

 Προσπαθώντας αρκετή ώρα κατάφερε να μπει τραβώντας μαζί του και αρκετές βέργες.
Μέσα ήταν πολύ σκοτεινά. Όταν συνήθισαν τα μάτια του ξεχώριζαν γύρω του οι βράχοι. 

Από πάνω κρέμονταν σαν μεγάλα χοντρά μπαστούνια κάτι παράξενες πέτρες. Το ίδιο και εκεί που πατούσε.

Σέρνοντας αποκαμωμένος τα ποδαράκια του πήγε και κάθισε δίπλα σ'αυτόν.

Ούτε κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος καθώς ακούμπησε στην ζεστασιά του άλλου.
Κάποια στιγμή ξύπνησε απότομα από πολύ μεγάλη φασαρία..
Ακούγονταν ομιλίες πολύ δυνατές,σκυλιά που γάβγιζαν ,η φωνή του πατέρα του που φώναζε το όνομα του. 

Άπλωσε το χεράκι του να πιάσει το χέρι του άλλου.Είχε ξυπνήσει απότομα ...δεν καταλάβαινε που βρίσκονταν ,

αλλά αυτόν με τα μαλλιά τον θυμήθηκε και θέλησε άθελά του την προστασία του.Αλλά ήταν μόνος του.

Τα σκυλιά ήδη είχαν μπει μέσα στην σπηλιά και όρμησαν καταπάνω του αγριεμένα..
Άρχισε να κλαίει γοερά τρέμοντας από τον φόβο.
Ξαφνικά μπροστά στα ξένα σκυλιά πετάχτηκε ο δικός του σκύλος ο Έκτορας,και 'κείνα κοκάλωσαν στην θέση τους.
Ο πατέρας του έκανε στην άκρη τον σκύλο και τον αγκάλιασε αλαφιασμένος.
-Δόξα τον Θεό παιδί μου...δόξα τω Θεό...έλεγε και ξανάλεγε.
Κι άλλοι χωριανοί μπήκαν μέσα και τράβηξαν τα σκυλιά τους προς την έξοδο της σπηλιάς 

και καθώς έβγαιναν τον κοιτούσαν και σταυροκοπιούνταν λέγοντας.
-Μα στην φωλιά του γερόλυκου και είναι ακόμη ζωντανός......!!!!!!!
Έφτασαν στο χωριό με τις βάρκες των χωριανών να τους συνοδεύουν

 και τους σκύλους στην πλώρη να τον κοιτάνε και να γρυλίζουν.

Πέρασε πολύς καιρός για να καταφέρει η άμοιρη η μάνα του να διώξει από πάνω του η μυρωδιά της λυκοφωλιάς 

και να τον πλησιάσει ο Έκτορας χωρίς να γρυλίζει..!

Φωτο απο τα Λουτρα Αιδηψου.Θερμοποταμος και σπηλια.27\4\2014

Ψηφιακό αρχειο.Ε.Λ.Ι.Α.ELIA,Ελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό αρχείο, infolib.

Στο καλντερίμι.

Και καθώς λέει...
περνούσαν οι άνθρωποι απο το καλντερίμι το φορτωμένο λουλούδια...
αναπνέοντας το μαγευτικό άρωμά τους ...
έφευγαν ελαφρύτεροι.
Από στεναχώριες, από αρρώστιες από προβλήματα από πόνο, από φόβο.!!!
Ξαφνιασμένοι από την ιερότητα του χώρου ,
χαμογελούσαν...με χαμόγελο τέτοιο που άγγιζε την ψυχή..
Και φεύγοντας ελαφρύτεροι
άρχισαν πετώντας να τιτιβίζουν το μυστικό.
Κι από όλη την γη έρχονταν νύχτα και μέρα
και με ήλιο και βροχή και με χιόνι,
άνθρωποι με γοργά βήματα και το βάρος τους κουβαλούσαν,
αγωνιώντας να περπατήσουν ...
τα λίγα αρωματισμένα μαγικά μέτρα μεσ'τα λουλούδια...
πιστεύοντας πως θα διώξουν από πάνω τους τον πόνο..
αυτό τον πόνο που κάνει το σώμα πέτρινο κι ασήκωτο..
που κάνει την ψυχή παγιδευμένη...
μέσα σε εκδικητικές συμπληγάδες..
κι από ήσυχο και μοναχό το μαγικό καλντερίμι εγέμισε ψυχές.

Που μια λαχτάρα είχαν μοναχά...να πετάξουν..


(Γιούλη Μαραβέλη 27/9/14) 

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

Βάρκα χωρίς λιμάνι.

Ο σοφός λαός μας λέει:Απο τρελό κι απο μικρό μαθαίνεις την αλήθεια..

-Δαφνί. καθομαι στο γραφειο με ανοιχτο τον υπολογιστη και μπαινει ενας τροφιμος για να μου ζητησει τα φαρμακα του που ειχε ξεχασει πως τα ηπιε. περναει η εικονα του νεκρου παιδιου στην παραλια και ακολουθει ο παρακατω διαλογος.

-τι ειναι αυτο;

-ενα παιδι

-γιατι δεν το σηκωνουν; θα πνιγει

-εχει πνιγει

-η μαμα του που ειναι;

-δεν ξερω

-να την βαλουν φυλακη. δεν προσεξε το παιδι

-δεν φταιει η μαμα του. το εβαλε σε μια βαρκα για να το σωσει απο τον πολεμο αλλα για αυτες τις βαρκες δεν υπαρχει λιμανι

-γιατι δεν υπαρχει λιμανι;

-γιατι οι χωρες που δεν εχουν πολεμο δεν τους θελουν

-προσφυγες ειναι δηλαδη;

-προσφυγες

-ακουσε μαρια μου…

-δεν με λενε Μαρία βρε Γιάννη

-δεν εχει σημασια. τυχαιο ειναι το ονομα σου. τυχαιο και που δεν ζεις στον πολεμο.

αυτοι που δεν θελουν τους προσφυγες ειναι καταραμενοι

-δεν προκειται να αλλαξουν

-η γη δεν ανηκει σε κανεναν. οι ανθρωποι δεν εδωσαν γη σε αυτο το παιδι για να περπατησει αλλα η γη του εδωσε μια γωνια για να πεθανει. το χωμα δεν κανει διακρισεις. τους δεχεται ολους. ασπρους μαυρους κιτρινους…ολους

-πιστευεις οτι ξεκουραστηκε?

-φυσικα. κοιμαται μπρουμυτα για να μην βλεπει τους ανθρωπους

-πηγαινε στο κρεβατι σου να ξαπλωσεις. ειναι μεσημερι

-μην με διωχνεις οταν συζηταμε

-δεν αντεχω να συζηταω αλλο

-αν δεν αντεχεις να πας στον πρωθυπουργο και να του πεις οτι τους θελουμε τους προσφυγες. να τους φερουν εδω. εχουμε χωρο. εγω θα ξαπλωσω κοντα στον τοιχο και χωραει να κοιμηθει και αλλος ενας στο κρεβατι μου. και το φαι πολυ ειναι. φτανει για ολους. ετσι να του πεις. τα παιδια δεν κανει να πεθαινουν. θα του το πεις;

-δεν μπορω να του το πω αλλα θα το πω σε πολλους ανθρωπους σε λιγο

-θα πας σε πλατεια να βγαλεις λογο;

-καπως ετσι!

-να τους πεις να τα αγαπανε τα παιδια

-θα τους το πω

-και να μου φερεις τα φαρμακα μου


Ειναι στο κρεβατι του και κλαιει. δεν ζηταει πια τα φαρμακα του. εχει μαζευτει κοντα κοντα στον τοιχο και μονολογει… τι ενας της ειπα; αν μαζευτω πιο πολυ, και δυο χωράνε.

Της Ίλντα Νταλί. Νοσηλεύτριας στο ΨΝΑ «Δαφνί»



Συζήτηση με εναν "τρελό" 

Από την σελίδα Ιστορικές Φωτογραφίες

 Καλησπέρα σας..τον θυμάστε τον καστανά.?

«Tο κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι

 και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι».

-O καστανάς είναι μια συμπαθητική φιγούρα που σε κάθε πόλη ζεσταίνει με την παρουσία του την παγωνιά του χειμώνα όχι μόνο σε μικρές πόλεις αλλά και σε μεγαλουπόλεις Nέα Yόρκη, Παρίσι κ.α. 

 Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου 

και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. 

Είναι από τα λίγα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν τα εξαφάνισε

 ο χρόνος και η «εξέλιξη».

 Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο Καστανάς ετοίμαζε τη Φουφού, προμηθεύονταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου.

Η Φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα ΄ριχνε στη Φουφού να ψηθούν.

   Τα κάστανα ήταν συνήθως βολιώτικα ή απ΄ το Χορτιάτη. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο Καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά.

Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη Φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο Καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.

Ένα άρθρο

(από την εφημερίδα της Χίου "Αλήθεια")

και:http://laikiparadosi.blogspot.gr/2011/11/blog-post_04.html






Λευκή οπτασία




 Της μιας νυχτιάς η ομορφιά την φορεσιά της με χαρά,

περήφανα μας δείχνει.

Νύχτες και νύχτες την θορώ και με λαχτάρα καρτερώ την στέψη της.. βασίλισσα να γίνει.

Και να στο φως του φεγγαριου..

στου κήπου την μαγεία 

κορώνα  ασημοστόλιστη

και σκηπτρο μεγαλόπρεπο

για ευχαριστώ επήρα.

Την έφερα απο την Νάουσα της Πάρου πριν 6 χρόνια.

Ανθιζει για μια νύχτα μόνον.!! 

(Dutchman’s Pipe Cactus: Λέγεται επίσης και Βασίλισσα της Νύχτας ή Night Blooming Cereus. 

Τα λευκά λουλούδια ανθίζουν μόνο την νύχτα και μαραίνονται πριν την αυγή).

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Η κόρη των κυμάτων.


--Ζούσε μόνο και μόνο απο τα άσπρα αφράτα κύματα...

 που κυλούσαν νωχελικά στο ακρογιάλι.

Φορούσε την λευκή μεταξωτή φορεσιά της 

με την πανάκριβη δαντέλα....

 οι άκρες της την ακολουθούσαν υγρές απο το φιλιά του φλοίσβου.

Και περπατούσε ακροπατώντας ανάμεσα νερού και γης...

θαρρώ πως σιγοπετούσε...

ξεγελώντας κατεργάρικα το δικό μας βλέμμα ...

που την ακολουθούσε με τον θαυμασμό του μαγεμένου δειλινού.

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ήταν όντως αληθινή...

ή ήταν ξεγέλασμα του νού που παιχνίδια πάντα κάνει στις μοναχικές ψυχές.

Καλόπιοτη μέρα φίλες και φίλοι...μα μην μεθύσετε με το νέκταρ της,

απλά απολαύστε το πλαταγίζοντας σαν γευσιγνώστες την γλώσσα σας.

Γιούλη Μαραβέλη  γράφτηκε:18/10/14.

ΦΩΤΟ:http://quinousse.centerblog.net/6151-belles-photos-animees

Γυναίκα χωρίς όνομα.

 Καλή μέρα να ερθει. ...με πήγε πισω...στο 1976. Οταν πρωτοπηγα στο ορεινο χωριό,αρραβωνιασμένη,ήμουν το νυφουλι. Μετα των γάμο,ημουν η νυφη...