Το ποτάμι εχει τις πηγές του στα Βρυσιά Φαρσάλων,
Ενιπέα το λέμε.
Γεμάτο από νερό απλωμένο που ανάβλυζε μέσ' από τις πέτρες
καθώς ήταν στους πρόποδες του βουνού όταν κοιτούσες
έμοιαζε με ρηχή λιμνούλα,έδινε απλόχερα και χωρίς σταματημό
την δροσιά του στους ανθρώπους αλλά και στα ζώα,
το λέγαμε και το λέμε ακόμη, Γκιόλ'(Γκιόλι)
Εύφορος ο κάμπος με το νερό να μεγαλώνει
Δεξιά κι αριστερά του,καβάκια.ιτιές,και μοσχο ιτιές.
Πλατάνια και καρυδιές δεν έβλεπες.
Εδώ σ'αυτό το χωριό ζούσαν οι γονείς της αείμνηστης μητέρας μου,
Εδώ ήταν η μισή καρδιά μου,
Μικρό και περίεργο κοριτσάκι που πάντα ήθελε να μαθαίνει
Τον ακολουθούσα κατά πόδας, πότε στον μπαχτσέ
Τότε λοιπόν κατακαλόκαιρο,ήταν η καλύτερη περίοδος
για να μαζέψουμε καραβίδες.
Το ποτάμι ήταν γεμάτο με ραγάζια (ψαθιά),καλαμιές,κάρδαμα
και τόσα χορτάρια,που νερό δεν έβλεπες.
Ο παππούς αναποδογύριζε τα χόρτα και απο κάτω
ήταν γεμάτος καραβίδες ο βυθός.
Τα καβούρια δεν καταδεχόμασταν να τα πιάσουμε.
Όταν πρωτοπήγα 4χρονο κοριτσάκι,
Απο τότε δεν συμπαθώ τα καβούρια.
Ενα σακί καραβίδες φόρτωνε στον ώμο του ο καλός μου
και τραβούσαμε για το σπίτι.
Από'κεί και μετά αναλάμβανε η γιαγιά η Σταυρούλα να κάνει την διαλογή.
Οι μεγάλες καραβίδες για γεμιστές,οι μικρότερες για βραστές
με αλατάκι για να τραβάει και λίγο τσίπουρο για τους άντρες.
Τις γεμιστές καραβίδες τις μαγείρευε η μητέρα μου,με συνταγή της γιαγιάς.
Για την γέμιση:
Μπαγιάτικου ζυμωτού ψωμιού την ψίχα τριμμένη με τα δάχτυλα.
Κρεμμύδια ξερά ψιλοκομμένα
Καννελο γαρύφαλλα τριμμένα
Αλάτι
Ελαιόλαδο σπιτικό.
Τσιγάριζε στο τηγάνι αυτά τα υλικά και τα έβαζε στην άκρη...
Τραβούσε με προσοχή απο τις ζεματισμένες καραβίδες
τα μικρά τους μόνον ποδαράκια με την' κοιλιά'
και στο κενό αυτό έσμπρωχνε την γέμιση.
Γέμιζε το ταψί με καβουρντισμένες φέτες κρεμμυδιών,
τριμμένες φρέσκες τομάτες,αλατοπιπέρωνε
και έστρωνε επάνω τις καραβίδες στριμωχτά.
Τον φούρνο τον είχε ήδη έτοιμο ο παππούς,
καίγοντας μπάλες άχυρων από τα σιτάρια που αλωνίζαμε στα χωράφια.
Τι θεσπέσια λαχταριστή μυρωδιά απλώνονταν σ'όλη την γειτονιά.!!!
Όλοι καταλάβαιναν ότι ο παππούς μου ο νοικοκύρης ΄μας έφερε καραβίδες.
Πριν κενώσει (σερβίρει) η μητέρα μου ,
έβαζε σε μικρές μερίδες αρκετά πιάτα να τα πάω στην γειτονιά.












